|
Θεοφιλέστατε, Πάτερ και Δέσποτα,
Σεβαστοί Πατέρες,
Ἀγαπητοί προέδροι και μέλη τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων,
Λαέ τοῦ Θεοῦ εὐλογημένε,
Μοῦ
εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ἐκφράσω τὰ συναισθήματα τά ὁποῖα διακατέχουν τό
εἶναι μου καί πλημμυρίζουν τὴν ψυχή μου, αὐτήν τὴν εὔσημη καὶ «φρικτὴ»
ὥρα. Ἀπορῶ γιά τήν ἄμετρη φιλανθρωπία καί εὔνοια τοῦ Θεοῦ πρός τό
ταπεινό προσωπό μου. Αἶνο, δοξολογία καί εὐχαριστία ἀναπέμπω αὐτήν τήν
ἱερή καί σπουδαία στιγμή πρός τόν Ἕνα καί Ἀληθινό Τριαδικό Θεό.
Ἀναλογιζόμενος
τό μέγεθος καί τήν ἀξία τῆς Ἱερωσύνης ἡ ὕπαρξή μου παρουσιάζεται πολύ
μικρή καί ἀδύναμη νά τή σηκώσει. Ἔχοντας πίστη ὄμως στήν ἀνεξιχνίαστο
φιλανθρωπία καί οἰκονομία τοῦ Θεοῦ πιστεύω ὅτι ἡ δύναμη τῆς Θείας
Χάριτος, ἡ ὁποία θεραπεύει τά ἀσθενῆ καί συμπληρώνει τά ἐλλείποντα θά μέ
συνοδεύει στό ὑπόλοιπο τοῦ βίου μου.
Πέρασαν
δύο χρόνια Θεοφιλέστατε, ἀπὸ τότε ποὺ μὲ εἰσαγάγετε στὸν ὠκεανὸ τῆς
εἰδικῆς χάρης τῆς Ἱερωσύνης μέ τή χειροτονία μου σέ διάκονο καὶ σήμερα
θὰ μὲ ὁδηγήσετε στὰ βάθη αὐτοῦ τοῦ ὠκεανοῦ, στὸ μυστήριο, στὸ θαῦμα, σὲ
χώρους ποὺ ἡ κτιστὴ γλώσσα ἀδυνατεῖ νὰ περιγράψει, τήν ἄνοδό μου στό
δεύτερο βαθμό.
Ἡ εἴσοδός μου στὸν κλῆρο ἔγινε τὴν 25η Μαρτίου τό 2010, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς
τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Παναγίας καὶ τῆς Ἐθνικῆς παλιγγενεσίας τῆς μητρὸς
Πατρίδος. Σήμερα ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν πανηγυρική εἴσοδο τοῦ
Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἀρχίζει τὸ ἑκούσιο πάθος
τοῦ Κυρίου, καλοῦμαι νὰ λάβω τὸ δεύτερο βαθμὸ τῆς Ἱεροσύνης καί νά
συνεχίσω μέ ταπεινοφροσύνη καὶ ἱερό ζῆλο νά ὑπηρετῶ τόν Θεό στό πρόσωπο
τοῦ συνανθρώπου μου.
Αὐτήν
τή στιγμή ἡ σκέψη μου περιπλανιέται στά κατεχόμενα χωριά καί στίς
πόλεις μας, στό Μαραθόβουνο, στήν Ἄσσια, στό Βαρῶσι καί σέ κάθε γωνιά
τοῦ σκλαβωμένου νησιοῦ μας. Εἴθε ὁ Θεός νά χαρίσει τήν ἐλευθερία τῆς
Νήσου τῶν Ἁγίων τῶν ὁποίων ἐπικαλοῦμαι τίς πρεσβεῖες στό Θρόνο τοῦ
Δεσπότου Χριστοῦ.
Τό
βλέμμα μου στρέφεται στήν Θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, ὡς ἐλάχιστη ἔνδειξη
εὐγνωμοσύνης στούς μακαριστούς καί εὐλαβεῖς κατά σάρκα κεκοιμημένους
συγγενεῖς μου, ἀλλά καί σέ ὅσους ἄλλους ἀπελθόντες, οἱ ὁποῖοι μέ
βοήθησαν μέ ὁποιοδήποτε τρόπο, κληρικούς καί λαϊκούς. Ἄς εἶναι ἡ μνήμη
τους αἰωνία.
Αἰσθάνομαι
ὑποχρέωση, κατὰ τὴν παροῦσα πανίερη στιγμὴ, νὰ ἀπευθύνω λόγια
εὐχαριστίας καὶ ἀγάπης σέ ὅλα ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, ἀπὸ τὴ
γέννησή μου καί μέχρι σήμερον, στάθηκαν δίπλα μου καὶ μὲ βοήθησαν σὲ
κάθε βῆμα τῆς ζωῆς μου.
Εὐχαριστῶ
τοὺς γονεῖς μου, οἱ ὁποῖοι μοῦ χάρισαν, «τὸ ζῆν» καί μέ μεγάλωσαν μέ
σοφία. Παρόλο πού μᾶς χωρίζουν βουνά καί Θάλασσα, αἰσθάνομαι συχνά οἱ
προσευχές τους νά συνοδεύουν καί νά στηρίζουν τήν οἰκογένειά μου. Τά
τέσσερα ἀδέλφια μου, τά ὁποῖα πάντα μᾶς περιβάλλουν μέ ξεχωριστή ἀγάπη
καί τιμή. Τά πεθερικά μου καί τήν κουνιάδα μου, οἱ ὁποῖοι πάντα μέ τόν
καλό τους λόγο μᾶς ἐνισχύουν καί μᾶς ἐνθαρρύνουν νά συνεχίζουμε τόν
ἀγῶνα τόν καλό. Θά ἦταν παράλειψη νά μήν εὐχαριστήσω ὅλους τούς κατά
σάρκα συγγενεῖς, παρόντες καί ἀπόντες γιά τό στενό δεσμό μας. Εἴμαστε
εὐγνώμονες σέ ὅλους. Γνωρίζουμε ὅτι ἦταν δύσκολο σέ ἀρκετούς νά
ταξιδέψουν. Ἡ παρουσία καί οἱ προσευχές τους ὅμως μᾶς συνοδεύουν νοερῶς.
Εὐγνώμονας
εἶμαι πρός τή σύζυγο μου Μαρία, ἡ ὁποία μοῦ χάρισε τή χαριτωμένη κόρη
μας Ἑλένη. Αὐτή ὡς ἄλλος Κυρηναῖος συμπορεύεται μαζί μου μὲ ὀρθόδοξη
συναίσθηση καὶ ἀγωνίζεται νὰ διευκολύνει τὸ ἔργο μου.
Στούς
κληρικούς τῆς κοινότητος ἀλλά καί σέ ὁλόκληρο τόν κλῆρο τῆς Ἱερᾶς
Ἀρχιεπισκοπῆς ἐκφράζω ἔνθερμες εὐχαριστίες καί διαβεβαιώνω ὅτι θά
προσπαθῶ μέ κουράγιο καί ὑπομονή πάντα γιά τήν ἀμέριστη συνεργασία μας. Δέν παραλείπω νά εὐχαριστήσω τό γραμματειακό καί διδακτικό προσωπικό,
ἀλλά καί τίς διάφορες ἐπιτροπές τῆς κοινότητος γιά τήν ἀγάπη, τή
συμπαράσταση καί πρόθυμη συνεργασία μας.
Θεοφιλέστατε,
νὰ εὐχαριστήσω ἰδιαίτερα ἐσᾶς γιά τὴν ἀγάπη καὶ τὴ στοργὴ μέ τίς ὁποῖες
περιβάλλετε τήν οἰκογένειά μου. Αὐτή μπορεῖ νά συγκριθεῖ μόνο μὲ τὴν
πατρικὴ. Ἀπὸ τότε ποὺ ἀποφάσισα νά μεταναστεύσω στή γεραρά αὐτή χώρα
μοῦ δίνετε συνεχῶς τίς πατρικές συμβουλές σας. Στό πρόσωπό σας βρήκαμε
τὸν Πατέρα, τὸ Διδάσκαλο, τὸν Ἄνθρωπο μὲ τὴν καρδία γεμάτη καλωσύνη. Κατὰ τὴν διακονία μου κοντά σας, εἶχα τὴν εὐκαιρία καί εὐτυχία νὰ
διδαχθῶ πολλά, συνειδητοποίησα περισσότερο τοὺς κινδύνους καὶ τίς
δυσκολίες, πού πρόκειται νά ἀντιμετωπίσω. Ἀντελήφθηκα στό μέγιστο βαθμό
ὅτι ἡ ὁδός, τὴν ὁποία ἐπέλεξα εἶναι ἡ «στενή καί τεθλιμμένη» καὶ
πλήρης ἀκανθῶν καὶ μόχθων. Βεβαίως οἱ ἀδυναμίες μου συνετέλεσαν, ὥστε ἡ
ὑπηρεσία μου νὰ ἔχει ἐλλείψεις καὶ ἡ διακονία μου νὰ μὴν εἶναι ὅπως θά
ἐπιθυμοῦσα. Γιά τοῦτο ζητῶ συγνώμη γιά ὅλα τά λάθη μου. Ἐλπίζω μέ τίς
πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα νά φανῶ
ἀντάξιος τῶν προσδοκιῶν τῆς Ἐκκλησίας.
Στό
Σεβασμιώτατο Ἀρχιεπίσκοπό μας καί πολιό Ἀρχιερέα παραμένω χρεωμένος. Ἡ
καλωσύνη του μέ ἀφοπλίζει καί μέ παραδειγματίζει. Μέ δική του
συγκατάθεση καί εὐλογία λαμβάνει χώρα αὐτήν τήν Ἱερή στιγμή ἡ προσωπική
μου «Πεντηκοστή». Οἱ προσευχές του μέ πλουτίζουν πνευματικά. Ὁ Θεός νά
τοῦ χαρίζει ἀκλόνητη ὑγεία νά συνεχίζει νά ποδηγετεῖ τό ποίμνιο αὐτῆς
τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, θυγατέρας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου στήν ἑνωμένη
Εὐρώπη.
Παράλληλα
εὐχαριστῶ τό ποίμνιο τῆς κοινότητος, παρόντες καί ἀπόντες, καί ζητῶ τίς
πολύτιμες γιά μένα προσευχές σας, ζητῶ συγχώρηση ἀπό ὅσους τυχών
στενοχώρησα ἕνεκα ἀνθρώπινης ἀδυναμίας. Προσεύχομαι στόν Ποιητή τοῦ
οὐρανοῦ καί τῆς γῆς νά φανεῖ βοηθός καί σκεπαστής μου. Γνωρίζω τήν
ἀναξιότητά μου. Βρίσκομαι ἐδῶ γιατί Αὐτός εἶναι Φιλάνθρωπος καί μέ
σπλαχνίζεται.
Κατακλείοντας,
παρακαλῶ τόν Κύριο νά ἀνοίξει τήν πόρτα τοῦ ἐλέους του καί νά μέ δεχθεῖ
μετανοούντα καί ὡς ταπεινό οἰκονόμο τῶν δικῶν του μυστηρίων.
(Ομιλία που εγένετο από το διάκονο Κωνσταντίνο Θεοχάρους κατά τη χειροτονία του σε πρεσβύτερο, Κυριακή τῶν Βαΐων, 8η Απριλίου 2012)
|